Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΝΙ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Αφου λοιπόν γέμισαν σχεδόν δώδεκα σεντούκια με λάφυρα, το δωδέκατο ήταν λίγο πιο πάνω απο το μισό, τα φόρτωσαν σ'ένα κάρο κι ετοιμάστηκαν να παν να τα παραδώσουν.
Το κάρο θα το οδηγούσε ο ίδιος ο Αντώνης. οι άλλοι δύο θα μένανε πίσω ν'αντιμετωπίσουν τυχόν προβλήματα.
-να μου φιλήσεις σταυρωτά τη φράου μέρκελ, ζήτησε ο Ευάγγελος.
-κι έμα χειροφίλημα απο 'μένα ,συμπλ'ηρωσε ο μπαρμπα Φώτης.
Ο Αντώνης δεν ξεκίναγε μόνος, για φρουρά είχε δύο ομάδες, η πρώτη αποτελείτο απο τους bank men,
άντρες ψημένοι στη μεταφορά χρημάτων με άκρα μυστικότητα σε χώρες του εξωτερικού, διαθέτουν πράκτορες και συνεργάτες σ'όλα τα μήκη και τα πλάτη.
Η δεύτερη ήταν οι tax fugitives, παλιές καραβάνες κι έμπειροι στα μυστικά περάσματα, ίχνη τους βράθηκαν σε μακρινά νησιά μακρινών ωκεανών, η συνεργασία των δύο αυτών ομάδων ύπήρξε πάντα άγαστη.
Το γενικό πρόσταγμα το είχε ο προστάτης του εθνικού νομίσματος, ένας άντρας με διπλή ζωή. Το πρωϊ κάνει hold up, full face δίχως όπλο, παίρνει απο το θυσαυροφυλάκιο το καλό , το κολαριστό , το τσίλικο κι αφήνει το βρώμικο και το τσαλακωμένο και φεύγει ανενόχλητος. Πάει στην διπλανή τράπεζα το καταθέτει κι ύστερα φοράει τη μάσκα του προστάτη του εθνικού νομίσματος  κι άντε να τον αναγνωρίσεις.
Το κάρο θα έσερναν στη δεξιά πλευρά και μπροστά τ' αγριόσκυλα της χρυσής αυγής και πίσω η αλεπουδίτσα η δημάρα. Αριστερά κι εμπρός ο μπαμπούλας της δεξιάς και πίσω του ο πράσινος μινώταυρος.
-εγώ ήμουν εξ αρχής αντίθετη μ' αυτή τη μεταφορά, παραπονέθηκε η αλεπουδίτσα.
-σκάσε και τράβαγε, πήρε την απάντηση.
Ο Αντώνης, ανέμισε το καμουτσίκι και το καραβάνι ξεκίνησε, τ' αγριόσκυλα δίνανε το ρυθμό της πορείας, α,ου,α,ου,α,ου.
-θα μας πρήξουν οι πούστηδες, παρατήρησε ο μινώταυρος,
-ξινό θα μας βγεί το π'αρτι στου καμίνη, συμπλήρωσε ο μπαμπούλας,
-σκάσε ρε μαλάκα και μη κλάνεις..
ενώ τ' αγριόσκυλα πιάσανε το τραγούδι
        ...οι χρυσαυγίτες θα πάνε πατησίων
          να....... τον μαύρο τον πλησίον
          και θα πάνε μέσα  στη βουλή
          να πλακώσουνε καμία βουλευτή...
Ο Αντώνης οδηγούσε με ύφος και σιγουριά τζον γουέϊν, όταν συνάντησε μια γριά μαυρομτυμέμη που έκλαιγε και οδύροταν καταμεσίς του δρόμου.
-αχ παναγιαμ, υα χάσαμι ούλα τίπτας δε μας απέμεινι, χριστέμ, λυπήσου μας..
-για δες ρε μιχελάκη τι έχει αυτή η γιαγιούλα ΄
μετά πο λίγο ο μιχελάκης έδινε ραπόρτο
-λέει πως τα παιδιά στην αθήνα έμειναν χωρίς δουλειά, ο γέρος της έξω απο το νοσοκομείο περιμένει τρείς μέρες μια εξέταση αίματος και η τράπεζα έστειλε ειδοποίηση κατάσχεσης
-α, τη φουκαριάρα , δώστης αυτό ρε γιάννη κι έβγαλε έναν φάκελο.
η γιαγιά σταμάτησε το κλάμα, σφούγγισε τα δακρυά με την ποδιά της, έβγαλε τα γυαλία της, τα σκούπισε με την ίδια ποδιά, τα φόρεσε κι άνοιξε το γράμμα, διάβασε μόνο τις πάνω πάνω λέξεις.
ύστερα έβγαλε μια κραυγή, άρπαξε μια πέτρα και την πέταξε προς το καραβάνι
-παναθημασας την κατάραμ νάχητε θε μου σχώραμε. αλλά το καραβάνι ήταν πια μακριά.
Κάποτε φθάσαν σε μια κωμόπολη και σταμάτησαν στην κεντρική πλατεία να ξεκουραστούν, οι καφετέριες και τα καφενεία πίτα απο κόσμο.
-για δες ρε γιάννη τι κάνουν όλοι τέτοια ώρα στα καφενεία.
-άνεργοι είναι. πίνουν καφέ μέχρι να μεσημερίαση να πάνε να κοιμηθούνε
-όλοι οι κάτοικοι;
-όσοι δε φύγαν μετανάστες
-τι λαό κυβερνάμε ρε γιάννη, αμ θα τους τον κόψω εγώ τον καφέ.
εντωμεταξύ τ' αγριόσκυλα επιδώθηκαν στο αγαπημένο τους άθλημα. στο κυνήγι των μαύρων, οι μαύροι όμως ήσαν γρήγοροι στα πόδια , οπότε γύρισαν απογοητευμένα κοιτάζωντας περιφρομητικά τους άλλους που κάπνιζαν και πίνανε φραπέ. στρώθηκαν σ' ένα τραπέζι και παρήγγειλαν
-εμένα ενα ρέζους μηδεν αρνητικό
-βήτα θετικό, για μένα
-τι είναι αυτά .ρώτησε με αμήχανο χαμόγελο η σερβιτόρα.
-αίμα κοπέλα μου, δε ξέρεις τι είναι το αίμα;
-συγνώμη δε σερβίρουμε τέτοια εδώ αν θέλετε αναψυκτικό η καφέ
-και τι μας πέρασες για λελέδες απάντησαν και κοίταξαν περιφρονήτικα γύρω τους
και το καραβάνι συνέχισε την πορεία του
λίγο πριν τα σύνορα σταμάτησαν να περάσει μια κηδεία, με τον παπά μπροστά να σιγομουρμουράει κοιτώντας τον ουρανό μ' ανοιχτά τα χέρια και δώστου να σταυροκοπιέται και να σκύβει να φιλά το χώμα. ο δήμαρχος που συνόδευε την κηδεία, πλησίασε με την τραγιάσκα στα χέρια
-καλησπέρα αρχηγέ ,είπε με σεβασμό
-απο τι έφυγε;
-απο βόλι.
ο Αντώνης κοίταξε φοβισμένος τα βουνά γύρω του. έχει γούστο ψιθύρισε, γρήγορα όμως συνήλθε.
-τι ακριβώς συνέβη;
-έβαλε την καραμπίνα στο στόμα του και τράβηξε την σκαντάλη
-καλά και ο παπάς;
-κάνει πως δεν ξέρει για να τον θάψουμε χριστιανικά.
-είδες μαλάκ, ο κόσμος αυτοκτωνεί ,είπε ο μπαμπούλας στον μινώταυρο΄
-και τι να κάνουμε ρε μαλάκα, να πιάσουμε κολεγιά με τον δράκο ,αφού μας το ξέκοψε  εξ αρχής,
-οχι, λέω..
-να μη λές, που μπλεξα σαν τον μαλάκ, εγώ που ζούσα σε παλάτια κι έπαιρνα μάτι την αριάδνη σα πήγανε για μπάνιο με τις φίλες της.
-δε μου λες;
-λέγε
-όταν τις έπαιρνες μάτι...
ο μινώταυρος τον κλώτσησε στον πισινό
-σκάσε μαλάκα και μη γελάσεις γιατί θα σε τρυπήσω με τα κέρατα μου
κάποτε το καραβάνι έφτασε στη γερμανία, στο δρόμο τους είδαν διάφορα πανό GREEKS GO HOME  
PIGS NO NEED MONEY και άλλα παρόμοια
-εμείς φέραμε ότι είχαμε και δεν είχαμε, αναρωτήθηκε ο Αντώνης πικραμένος, μήπως φέραμε λίγα;
η φράου μέρκελ τον περίμενε με την μπάντα να παιανίζει και τη φρουρά ν' αποδίδει τιμές, η ίδια του έδωσε ένα χέρι που λες καο το ΄χε δυο μέρες στην κατάψηξη
οΑντώνης είχε σκοπό να πέση στα γονατά της ν' αγκαλιάσει τις γάμπες της και να κλάψει μ' αναφυλητά αλλά όταν είδε τις γάμπες τις άλαξε γνώμη, τι γάμπες ήταν εκείνες σα ξυρισμένες γάμπες νεάντερνταλ
ύστερα η φράου μέρκελ τον πέρασε στη μεγάλη σάλα, ο Αντώνης έβγαλε την απόδειξη μεταφοράς των σεντουκιών, ένας λακές τον πλησίασε τείνοντας έναν ασημένιο δίσκο, ο αντώνης άβαλε εκεί την απόδειξη.
αμα ο λακές απομακρύνθηκε η φράου μέρκελ είπε τη μεγάλη λέξη. ΝΑΪΝ, οχι το εγγλέζικο, το γερμανικό ΝΑΪΝ
το το ναϊν αντήχησε πολλές φορές στ' αυτιά του ερχότανε απ' όλες τις μεριές, νάϊν, νάϊν,νάϊν...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου