Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

ΣΤΩΝ ΚΟΚΚΟΡΩΝ ΤΗ ΣΧΟΛΉ ΕΙΝ ΙΣΟΒΙΑ Η ΣΠΟΥΔΗ

Στων κοκκόρων τη σχολή
είν' ισόβια η σπουδή
και οι γέροι μαθητές
αναπολούν μονο το χθές

απ' των κοκκόρων το σχολείο
έκανα  συχνά σκασιαρχείο
και στο τέστ "πως το παίζω ωραίος"
έμεινα μεταξεταστέος

με τρείς να 'τάχω συγχρόνως
και να στρίβω δια του αρραβώνος
η δασκάλα μου 'ριξε τις ξυλίες μου
γιατί μυρίστηκε τις βρωμοδουλιές μου

έκανα και φροντηστήριο
μπας και καταλάβω το μυστήριο
με τη δασκάλα για ηγέτειρα
σπύδασα τα ιδιαίτερα

έμεινα και στη ίδια τάξη
τη θεωρία σα δεν έκανα πράξη
με ξανθιά μελαχροινή και ρούσα
κλείστηκα και μελετούσα

μου δώσανε κι ενδεικτηκό
πως σπούδασα το κοκό
με κάδρο τό'χω στο γραφείο
να φαντάζει σα βραβείο

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΝΙ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Αφου λοιπόν γέμισαν σχεδόν δώδεκα σεντούκια με λάφυρα, το δωδέκατο ήταν λίγο πιο πάνω απο το μισό, τα φόρτωσαν σ'ένα κάρο κι ετοιμάστηκαν να παν να τα παραδώσουν.
Το κάρο θα το οδηγούσε ο ίδιος ο Αντώνης. οι άλλοι δύο θα μένανε πίσω ν'αντιμετωπίσουν τυχόν προβλήματα.
-να μου φιλήσεις σταυρωτά τη φράου μέρκελ, ζήτησε ο Ευάγγελος.
-κι έμα χειροφίλημα απο 'μένα ,συμπλ'ηρωσε ο μπαρμπα Φώτης.
Ο Αντώνης δεν ξεκίναγε μόνος, για φρουρά είχε δύο ομάδες, η πρώτη αποτελείτο απο τους bank men,
άντρες ψημένοι στη μεταφορά χρημάτων με άκρα μυστικότητα σε χώρες του εξωτερικού, διαθέτουν πράκτορες και συνεργάτες σ'όλα τα μήκη και τα πλάτη.
Η δεύτερη ήταν οι tax fugitives, παλιές καραβάνες κι έμπειροι στα μυστικά περάσματα, ίχνη τους βράθηκαν σε μακρινά νησιά μακρινών ωκεανών, η συνεργασία των δύο αυτών ομάδων ύπήρξε πάντα άγαστη.
Το γενικό πρόσταγμα το είχε ο προστάτης του εθνικού νομίσματος, ένας άντρας με διπλή ζωή. Το πρωϊ κάνει hold up, full face δίχως όπλο, παίρνει απο το θυσαυροφυλάκιο το καλό , το κολαριστό , το τσίλικο κι αφήνει το βρώμικο και το τσαλακωμένο και φεύγει ανενόχλητος. Πάει στην διπλανή τράπεζα το καταθέτει κι ύστερα φοράει τη μάσκα του προστάτη του εθνικού νομίσματος  κι άντε να τον αναγνωρίσεις.
Το κάρο θα έσερναν στη δεξιά πλευρά και μπροστά τ' αγριόσκυλα της χρυσής αυγής και πίσω η αλεπουδίτσα η δημάρα. Αριστερά κι εμπρός ο μπαμπούλας της δεξιάς και πίσω του ο πράσινος μινώταυρος.
-εγώ ήμουν εξ αρχής αντίθετη μ' αυτή τη μεταφορά, παραπονέθηκε η αλεπουδίτσα.
-σκάσε και τράβαγε, πήρε την απάντηση.
Ο Αντώνης, ανέμισε το καμουτσίκι και το καραβάνι ξεκίνησε, τ' αγριόσκυλα δίνανε το ρυθμό της πορείας, α,ου,α,ου,α,ου.
-θα μας πρήξουν οι πούστηδες, παρατήρησε ο μινώταυρος,
-ξινό θα μας βγεί το π'αρτι στου καμίνη, συμπλήρωσε ο μπαμπούλας,
-σκάσε ρε μαλάκα και μη κλάνεις..
ενώ τ' αγριόσκυλα πιάσανε το τραγούδι
        ...οι χρυσαυγίτες θα πάνε πατησίων
          να....... τον μαύρο τον πλησίον
          και θα πάνε μέσα  στη βουλή
          να πλακώσουνε καμία βουλευτή...
Ο Αντώνης οδηγούσε με ύφος και σιγουριά τζον γουέϊν, όταν συνάντησε μια γριά μαυρομτυμέμη που έκλαιγε και οδύροταν καταμεσίς του δρόμου.
-αχ παναγιαμ, υα χάσαμι ούλα τίπτας δε μας απέμεινι, χριστέμ, λυπήσου μας..
-για δες ρε μιχελάκη τι έχει αυτή η γιαγιούλα ΄
μετά πο λίγο ο μιχελάκης έδινε ραπόρτο
-λέει πως τα παιδιά στην αθήνα έμειναν χωρίς δουλειά, ο γέρος της έξω απο το νοσοκομείο περιμένει τρείς μέρες μια εξέταση αίματος και η τράπεζα έστειλε ειδοποίηση κατάσχεσης
-α, τη φουκαριάρα , δώστης αυτό ρε γιάννη κι έβγαλε έναν φάκελο.
η γιαγιά σταμάτησε το κλάμα, σφούγγισε τα δακρυά με την ποδιά της, έβγαλε τα γυαλία της, τα σκούπισε με την ίδια ποδιά, τα φόρεσε κι άνοιξε το γράμμα, διάβασε μόνο τις πάνω πάνω λέξεις.
ύστερα έβγαλε μια κραυγή, άρπαξε μια πέτρα και την πέταξε προς το καραβάνι
-παναθημασας την κατάραμ νάχητε θε μου σχώραμε. αλλά το καραβάνι ήταν πια μακριά.
Κάποτε φθάσαν σε μια κωμόπολη και σταμάτησαν στην κεντρική πλατεία να ξεκουραστούν, οι καφετέριες και τα καφενεία πίτα απο κόσμο.
-για δες ρε γιάννη τι κάνουν όλοι τέτοια ώρα στα καφενεία.
-άνεργοι είναι. πίνουν καφέ μέχρι να μεσημερίαση να πάνε να κοιμηθούνε
-όλοι οι κάτοικοι;
-όσοι δε φύγαν μετανάστες
-τι λαό κυβερνάμε ρε γιάννη, αμ θα τους τον κόψω εγώ τον καφέ.
εντωμεταξύ τ' αγριόσκυλα επιδώθηκαν στο αγαπημένο τους άθλημα. στο κυνήγι των μαύρων, οι μαύροι όμως ήσαν γρήγοροι στα πόδια , οπότε γύρισαν απογοητευμένα κοιτάζωντας περιφρομητικά τους άλλους που κάπνιζαν και πίνανε φραπέ. στρώθηκαν σ' ένα τραπέζι και παρήγγειλαν
-εμένα ενα ρέζους μηδεν αρνητικό
-βήτα θετικό, για μένα
-τι είναι αυτά .ρώτησε με αμήχανο χαμόγελο η σερβιτόρα.
-αίμα κοπέλα μου, δε ξέρεις τι είναι το αίμα;
-συγνώμη δε σερβίρουμε τέτοια εδώ αν θέλετε αναψυκτικό η καφέ
-και τι μας πέρασες για λελέδες απάντησαν και κοίταξαν περιφρονήτικα γύρω τους
και το καραβάνι συνέχισε την πορεία του
λίγο πριν τα σύνορα σταμάτησαν να περάσει μια κηδεία, με τον παπά μπροστά να σιγομουρμουράει κοιτώντας τον ουρανό μ' ανοιχτά τα χέρια και δώστου να σταυροκοπιέται και να σκύβει να φιλά το χώμα. ο δήμαρχος που συνόδευε την κηδεία, πλησίασε με την τραγιάσκα στα χέρια
-καλησπέρα αρχηγέ ,είπε με σεβασμό
-απο τι έφυγε;
-απο βόλι.
ο Αντώνης κοίταξε φοβισμένος τα βουνά γύρω του. έχει γούστο ψιθύρισε, γρήγορα όμως συνήλθε.
-τι ακριβώς συνέβη;
-έβαλε την καραμπίνα στο στόμα του και τράβηξε την σκαντάλη
-καλά και ο παπάς;
-κάνει πως δεν ξέρει για να τον θάψουμε χριστιανικά.
-είδες μαλάκ, ο κόσμος αυτοκτωνεί ,είπε ο μπαμπούλας στον μινώταυρο΄
-και τι να κάνουμε ρε μαλάκα, να πιάσουμε κολεγιά με τον δράκο ,αφού μας το ξέκοψε  εξ αρχής,
-οχι, λέω..
-να μη λές, που μπλεξα σαν τον μαλάκ, εγώ που ζούσα σε παλάτια κι έπαιρνα μάτι την αριάδνη σα πήγανε για μπάνιο με τις φίλες της.
-δε μου λες;
-λέγε
-όταν τις έπαιρνες μάτι...
ο μινώταυρος τον κλώτσησε στον πισινό
-σκάσε μαλάκα και μη γελάσεις γιατί θα σε τρυπήσω με τα κέρατα μου
κάποτε το καραβάνι έφτασε στη γερμανία, στο δρόμο τους είδαν διάφορα πανό GREEKS GO HOME  
PIGS NO NEED MONEY και άλλα παρόμοια
-εμείς φέραμε ότι είχαμε και δεν είχαμε, αναρωτήθηκε ο Αντώνης πικραμένος, μήπως φέραμε λίγα;
η φράου μέρκελ τον περίμενε με την μπάντα να παιανίζει και τη φρουρά ν' αποδίδει τιμές, η ίδια του έδωσε ένα χέρι που λες καο το ΄χε δυο μέρες στην κατάψηξη
οΑντώνης είχε σκοπό να πέση στα γονατά της ν' αγκαλιάσει τις γάμπες της και να κλάψει μ' αναφυλητά αλλά όταν είδε τις γάμπες τις άλαξε γνώμη, τι γάμπες ήταν εκείνες σα ξυρισμένες γάμπες νεάντερνταλ
ύστερα η φράου μέρκελ τον πέρασε στη μεγάλη σάλα, ο Αντώνης έβγαλε την απόδειξη μεταφοράς των σεντουκιών, ένας λακές τον πλησίασε τείνοντας έναν ασημένιο δίσκο, ο αντώνης άβαλε εκεί την απόδειξη.
αμα ο λακές απομακρύνθηκε η φράου μέρκελ είπε τη μεγάλη λέξη. ΝΑΪΝ, οχι το εγγλέζικο, το γερμανικό ΝΑΪΝ
το το ναϊν αντήχησε πολλές φορές στ' αυτιά του ερχότανε απ' όλες τις μεριές, νάϊν, νάϊν,νάϊν...

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

-ΠΑΜΕ ΚΑΜΙΝΗ; -ΠΑΜΕ ΚΑΜΙΝΗ.

Στα υπόγεια της βουλής στον ειδικα διαμορφωμένο χώρο όπου οι αρχηγοί αφήνουν τα αρματά τους  και οι δημοσιογράφοι και αναλυτές απαξιώνουν, τα δυό τακίμια ο πράσινος μινώταυρος και ο μπαμπούλας της δεξιάς σχολιάζουν την εποκαιρότητα
-πάλι φάγαμε καλά
-του σκασμού φάγαμε,κάποτε ρε μαλάκα έτρωγα δεκατέσερεις το χρόνο, έναν για κάθε μισθό, τώρα έχω χάσει το λογαριασμό, τρώω δεκατέσερεις τη βδομάδα η τη μέρα;
-πότε ρε σύ έτρωγες τόσους λίγους;
-παλιά πολύ παλιά,κάπου τρείς χιλιάδες χρόνια πριν η κάτι τέτοιο.
-καλά τα βιβλία λένε οτι σε σκότωσε ο Θησέας και σου πήρε τη γκόμενα την Αριάδνη.
-κάτι τέτοιες μαλακίες λένε τα βιβλία, γι' αυτό θέλουν να τα καταργήσουν. στην πραγματικότητα ήμουν σε κώμα, ήρθαν οι πράσινοι, μ' ανάστησαν με φρόντισαν και να' μαι. εσύ πόσο είσαι;
-καλά εγώ είμαι νέος κάπου διακοσίων
-βρέφοε είσαι  αλλά είσαι και ο πρώτοε μάγκας.
-ναι αλλά τ' αγριόσκυλα της χρυσής αυγής θέλουν να μας πάρουν τη βουκιά απο το στόμα, είδες πως τρώνε το αράπικο κρέας, εγώ δεν αντέχω το αράπικο κρέας, μου φέρνει αηδία, αυτοί πωες μπορούν και το τρώνε;
-μη λες ρε μαλακίες, πρώτον έχουν εξουσιοδότηση απο τους δικούς μας, δεύτερον δεν είναι ανθρωποφάγα, βρυκόλακες είναι και πίνουν το αίμα τους και το αίμα όλων των ανθρώπων είναι κόκκινο άσχετα με τι χρώμα έχουν απ' έξω.
-είναι ρε σα να πίνεις απο βρώμικο ποτήρι.
γιατί εμείς το πίνουμε, αυτοί το πίνουν τι σε νοιάζει, ρε συ έμαθα οτι ετοιμάζουν τράπεζα αράπικου αίματος και καλούν σε πανστρατιά όλους τους υποστηρικτές τους να συνεισφέρουν, θα κολυμπήσουν στο αίμα οι πούστηδες.
-δε μου λες εμείς δεν έχουμε αίμα;
-τι λες ρε μαλάκα εμείς αίμα, τι είμαστε θνητοί;
-και τι έχουμε;
-πλησίασε να σου πώ, ψου ψου ψου
-τι λες ρε αλήθεια;
-εμ, τι ούτε το άλλο έχουμε, να δεις πως το λένε... συνείδηση
-και τι έχουμε
-μήπωε ξέρω, πήγα ποτέ σα ψυχολόγο, τη μόνη φορά που με είδε γιατρός ήταν όταν με ανάσταιναν οι πράσινοι, τότε άκουσα να λένε οτι είμαι ένα ασυνείδητο τέρας που στις φλέβες μου δεν κυλάει αίμα.
-για την αλεπουδίτσα τι έχεις να πείς.
-αυτής της μαλακισμένης της έχει πιαστεί η ουρά στο δόκανο και δε μπορεί να ξεφύγει
-γιατί δε την κόβει να ξεφύγει η μήπως δε ξαναφυτρώνει η ουρά;
-και να ξαναφυτρώνει πως να κυκλοφορήσει στην αγορά, ασε που μαδάει κιόλας, ρεντίκολο θα γίνει.
-κι αυτός εκεί ο δράκος του σύριζα έχει αίμα η είναι σαν κι εμάς;
-σε μια ταινία που έπαιξε και ντουμπλάρισε τη φωνή του ο Σών, ε'ιχε και αίμα και καρδιά.
-και τις φλόγες πως τις βγάζει;
-είναι απο τα μυστήρια της φύσης, τρώει χόρτα, βγάζει φλόγες και έχει καρδιά, άντε να το εξηγήσεις.
-τα μαγειρεύει καλά τα χόρτα η όλο νερόβραστα;
-στα προσπέκτ μου μοιράζει, λέει πως είναι καλός μάγειρας, τώρα στην πράξη λέμε πως ψήνει το ψάρι στα χείλη των δικών μας.
-τι συνταγή είναι αυτή;
-λαϊκή έκφραση είναι ρε μαλάκα.
-έχεις κι αυτά τα φοξ-τεριέ του πάνου που κυνηγάνε τους ξεμοναχιασμένους μπλέ και πράσινους.
-ασ'τον να κυνηγάει ποιόν θα πιάσει;
-καλά γιατί δεν πάνε οικειοθελώς αφού κι αυτούς τους δαγκάνουμε;
-ο φόβος ρε μαλάκα τον τρελαίνει τον άνθρωπο,τον κάνει να νομίζει το παράλογο για λογικό, δώσε φόβο στον άνθρωπο και πάρε το μυαλό του και την ψυχή του.
-δε μου λες
-λέγε
-κι αν οι δικοί μας φάνε τα ψωκιά τους όπως φημολογείτε τι κάνουμε;
-θα την πέσουμε μεγάλε σε νάρκη μέχρι να' ρθουν να μας ξυπνήσουν οι επόμενοι, γι αυτό τρώγε τώρα να' χεις αποθέματα.
-ρε μαλάκα αμα ηρεμήση η κατάσταση, είσαι να πάμε να δούμε τους δικούς μας, θα γυρίσουμε όλο τον κόσμο στην κούτρα,θα περάσουμε ωραία, , βαρέθηκα να τους στέλνω μυνήματα μ' αυτόν τον ρεφενέ πρωθυπουργό.
-εμένα ρε μαλάκα μου 'λειψε ο τζερτζελές, θυμάσαι που μαλ΄βναμε στα ψέμματα και διασκεδάζαμε το πόπολο;
-ναι ρε μαλάκα το θυμάμε και γελάω.
-αμ το άλλο που σ' έκλεισε ο αντρέας στο χρονοντούλαπο της ιστορίας με αλυσίδες και λουκέτα κι εσύ είσουν απ' έξω;
-πουλάγαμε τότε ρε μαλάκα πουλάγαμε πιο πολύ και απο τα δάκρυα της παναγιάς.
-ναι γαμώ την τρέλλα μας πουλάγαμε και τα κονομούσαμε, αξέχαστα χρόνια.
-κοίτα την αρκούδα, τεντώνεται έτοιμη για βρυχηθμούς
-η μαλακισμένη αδυνάτισε, χάλια έγινε.
-λες να μας την πέση, κάποτε ηταν επαναστάτρια, θυμάμε που έκανε αντάρτικο, για οκτώ χρόνια μου έβγαλε τη πίστη στις πόλεις και στα βουνά.
-κάποτε, τώρα δεν έχει τα κότσια, τώρα τρώμε εμείς, ο θανατός τους η ζωή μας.
-δε μου λες
-τί είναι πάλι;
-λές να 'ρθει η στιγμή να πλακωθούμε αληθινά μεταξύ μας;
-διόλου απίθανο αλλά αυτό θα 'ναι το τελευταίο που θα συμβεί αν τύχει και γυρίσει ο άνεμος. πρόσεξε έχουν βάλει μπροστά τα σκυλιά με το δρεπανηφόρο και πίσω όλοι οι χρυσαυγίτες με τους μπάτσους στο πλάϊ τους. οι δικοί μας κάνουν πως δε βλέπουν , οι της δικαιοσύνης προσπαθούν να κατεβάσουν το βρακί της γκόμενας με τη ζυγαριά και τα δεμένα μάτια και καπάκι τα ψηλά καπέλα της ευρώπης να σιγοντάρουν την κατάσταση, μάλλον απίθανο. αν όμως έρθουν ανάποδα τα πράματα, την κάνουμε ρε μαλάκα και τους αφήνουμε μόνους να καθαρίσουν, δε θα πληρώσουμε εμείς τις μαλακίες τους.
-κι αν μας βάλουν κι εμάς στο κυνήγι απο την πρώτη στιγμή;
-ρε μαλάκα μου τα' πρηξες με τις ερωτήσεις σου, δε πιάνεις το πρόγραμμα να δεις αν παίζει κάτι καλό
-πάμε Καμίνη;
-πάμε Καμίνη.

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

ΕΛΑΝΑ ΔΕΙΣ ΓΕΡΟ ΜΟΥ ΤΙ ΠΑΕΙ ΝΑ ΠΕΙ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΛΕΒΕΝΤΙΑ

Είμαστε εμείς η νέα γενιά
χτυπάμε στο μαχαίρι γροθιά
υπακούμε μόνο τον αρχηγό
εμείς τ'απείθαρχα φρικιά
κι έλα να δεις γέρο μου
τι θα πεί, τι είναι λεβεντιά

τούς μαύρους σα καθαρίσουμε
σειρά έχουν τα κομούνια
και θα ξεπλύνουμε το αίμα
φτιάχνοντας τους σαπούνια
και τότε θα δείς γέρο μου
τι θα πει, τι είναι λεβεντιά

κι εκεί στο κοινοβούλιο
και γαμώ τη δημοκρατία
επάνω 'κει στα  έδρανα
θα στήσουμε τρομοκρατία
και τότε θα δεις γέρο μου
τι θα πεί, τι είναι λεβεντιά

και πάνω στην ακρόπολη
θα κυματίζει μια σημαία
να τη χαιρετά ναζιστικά
με χαρά η άρεια νεολαία
και τότε θα δείς γέρο μου
τι θα πεί, τι είναι λεβεντιά

κι η δική σου θα' ρθει σειρά
και θά' ναι όμορφα κι ωραία
σα καούν πάνω στη πυρά
της λευτεριάς κάθε ιδέα
και τότε θα ξέρεις γέρο μου
τι θα πεί, τι είναι λεβεντιά

έτοιμοι να πέσουμε μεχρις ενός
με πίστη πάνω στις φλόγες
απο τις στάχτες μας να γενηθούν
οι καινούργιες λόγχες
αλλά δε θα 'σαι εκεί γέρο μου
να πείς τι είναι λεβεντιά

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΛΙΆΤΣΙΚΟ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙΠΈΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΡΑΤΗΓΟΥ

Υστερα απο την οπισθοχώρηση απο τα γιουρόποια τείχη το τριστράτηγο, για να ξεπλύνει τη ντροπή αποφάσισε μια εκστρατεία με σκοπό το πλιάτσικο.
Χωρίς φανφάρες και αναγγελίες, αντίθετα κατέθεσαν λόγους περί του αντιθέτου για επικείμενο πλιάτσικο ,ώστε να έχουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Και δίχως επιστράτευση, μιας και έχουν έτοιμο το μηχανισμό για μια τέτοια επιχείρηση. Είναι λίγοι και εκλεκτοί.
Στο δεξιό κέρας της παράταξης, στάθηκαν οι νεοδημοκρατεύοντες, με μακρά πολύ μακρά πείρα στο πλιάτσικο, με τον μπαμπούλα της δεξιάς καμαρωτό καμαρωτό να σέρνει το άρμα του αρχιστρατηγεύωντος. Στο κέντρο οι πασοκούντες, όλοι έμπειροι απο μακρόχρονη δραστηριότητα στο πλιάτσικο. Με τον πράσινο μινώταυρο να σέρνει το άρμα ενός πραγματικού αρχηγού ο οποίος κατόρθωσε να του μείνη η μισή παράταξη στο χέρι.
Αριστερά ο μπαρμπα Φώτης, με την αγωνία στο πρόσωπο οδηγούσε τις λιγοστές δυνάμεις του στο βάπτισμα του πλιάτσικου .
Ο αρχιστρτηγεύων έδωσε το σύνθημα και όλο το σώμα όρμησε εμπρός, με τους αξιωματικούς ν'αλαλάζουν και να ενθαρύνουν τους στρατιώτες, οι οποίοι έκοντες άκοντες εκτελούσαν τις διαταγές, έναν ξερό μισθό έχουν όλον κι όλον, να τον χάσουν κι αυτόν.
Δεν άφησαν σπίτι η καλύβι που να μην ορμήσουν, ανακάτεψαν συρτάρια , το στρώμα της γιαγιάς, τον κουμπαρά του μικρού, μέχρι και τη φωτογραφία του μακαρίτη σπάσανε για τυχόν λίρες.
Δεν άφησαν μαγαζί αποθήκη, γραφείο, εργαστήρι, υπόγειο η πατάρι που να μη ψάξουν.
-Που'ναι τα κιτάπια ρέ, έσοδα τόσα, που 'ναι ρε που τά'χεις καταχωνιάσει;
-Μα τά έξοδα είναι πιο πολλά,για κοιτάτε δίπλα.
-Δε μας ενδιαφέρει, εμείς κοιτάμε τα έσοδα, πρόστιμο τόσο κι αν θες τόλμα να μη πλερώσεις.
Ξεχύθηκαν και στην ύπαιθρο, δεν άφησαν χωράφι,, μποστάνι, υποστατικό, στάνη ,λιοτρίβη, μύλο, που να μη κάνουν ντού. Να φόρο να πρόστιμο.
-Μα τι λέτε αυτά κι άλλα τόσα χρωστάω στην αγοτική.
-Να μή χρωστούσες, πλέρωνε τώρα.
Χύμησαν και στα λιμάνια, κάναν ρεσάλτο σε βάρκες, καίκια και πλοία, μόνο στα τάνκερ δεν  ρίξαν αρπάγες. Αυτά αρμένιζαν σε μακρινούς ωκεανούς, που να τα ψάχνεις τώρα. Ούτε και στα ναυπηγεία, μιας και απο προηγούμενα πλιάτσικα είχαν ερημώσει.
Κάναν εφόδους σε εργοστάσια και επιχειρήσεις όσες βέβαια τους ξέφυγαν απο τα προηγούμενα πλιάτσικα.
Δεν ξέχασαν σχολεία, πανεπιστήμια , διώξαν τους μισούς δασκάλους, ούστ παλιοδιανοούμενοι, κόψαν στη μέση πίνακες κιμωλίες, βιβλία και ότι γενικά μπόρεσαν , το φαγητό των φοιτητών, ακόμα και το κολατσό των μαθητών.
Μπήκαν και στα νοσοκομεία
-Εχεις λεφτά γέρο, ρωτάν τον άρωστο
-Αυτά τα λίγα.
-Πλέρωσε και μείνε.
-Εσύ πόσα έχεις ρωτούν τον διπλανό.
-Μα εγώ δεν μπορώ να κινηθώ
-Εσύ πλέρωσε για να μείνεις. στις νοσοκόμες δώσανε επιπλέον βάρδιες, στους γιατρούς επιπλέον ειδηκότητες, στα φάρμακα παραπάνω θεραπευτικές ιδιότητες.
Ολα δικά μας είπαν για τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας.
-Τι λέτε, εμείς φτιάξαμε αυτόν τον οργανισμό, διαμαρτύρόνται οι υπάληλοι .
-βρέ ουστ παλιοτεμπέληδες, φακελάκηδες, θα τα δώσουμε σε τίμιους ιδιώτες και θα τους δώσουμε και πρίμ που θα τα πάρουν και θα τους πληρώσεται αν δε βγάλουν κέρδος, για να μάθετε.
Ούτε τα στρατόπεδα αφήσαν
-Όλο λούφα και παραλαγή είσαστε, λοιπόν το νέο σισύτιο έχει ως εξής, πρωινό, μέλας ζωμός, γεύμα μέλας ζωμός, δείπνο, μέλας ζωμός. Ετσι φτιάχνωνται οι σπαρτιάτες. Και τα όπλα ένα στους δύο σιγά μη πολεμήσεται όλο γκόμενες και ψού ψού στο κινητό μου είστε, παλιογιωταπεντάδες.
Τις εκκλησίες τις αφήσαν, το σέβας βλέπεις.
Κάνανε βέβαια κι άλλου είδους επιχειρήσεις, πρώτον κατέστειλαν την ανταρσία των  χαλυβουργών. δεύτερον ανακατέλαβαν τα εδάφη των μεταλείων της χαλκιδικής και αμύνονται σθεναρά στις επιθέσεις του ντόπιου αντάρτικου. τρίτον επιστράτευσαν το δρεπανηφόρο της χρυσής αυγής  να κυνηγήση όποιον είχε σκούρη επιδερμίδα, επιχείρηση με το κωδικό όνομα"ξένιος ζεύς"
Τ΄ άκουσε ο Δίας και οργήστηκε.
-Ποιοι είναι αυτοί ρε που αναφέρουν τ' όνομα μου επι ματαίω. Αχ να μην έχω το κεραυνοποιείο να βάλω τον κουτσο να φτιάξει μερικούς κεραυνούς  και να τους δείξω τι εστί Δίας κι ύστερα να κάτσω στα μπαράκια να το γιορτάσω με τα κορίτσια στη παραλία Νίκης.
-Αστα αυτά κι έλα να πάρεις τα χάπια για την πιεσή σου, του είπε η Ηρα.
-Δε θέλω χάπια, θα πάω στο ΚΑΠΑΘ ( κέντρο ανοιχτής προστασίας αρχαίων θεών) να μιλήσω με τα φιλαράκια για τα βάσανα του κόσμου.
Τότε ακούστηκε μια φωνή μέσα απο το στρατόπεδο απο κείνες τις φωνές που ακούγονται κι ύστερα χάνονται με το φύσημα του αέρα
-Ρε σεις αυτός είναι ο δικός μας ο λαός τη δική μας πατρίδα πλιατσικολογούμε
-Ποιός είναι αυτός ρώτησε ξαφνιασμένο το τριστράτηγο, αξιωματικός, δικός μας, να καθαιρεθεί και να παραπεμφθεί με το αίτημα της απόταξης.
Και ήρθαν και οι άλλοι στρατηγοί αλλά και οργανομένες ομάδες απο πολίτες έτοιμοι να στήσουν αντάρτικο και άρχισαν να χαράσουν γραμμή μπρος απο το τριστράτηγο . Ως εδώ δεν έχει παραπέρα και χαραγμα στο χάραγμα φτιάξαν ρέμμα βαθύ.
Αλλά το τριστράτηγο δε χαμπαριάζει.
Ούτε ακούει τις κραυγές αγωνίας απ' ακρου σε άκρο τη χώρα αυτοί θέλουν να γεμίσουν εντεκάμιση σεντούκια απο το πλιάτσικο .
Δε βλέπουν αυτούς που τρέχουν αλαφιασμένοι στους δρόμους και δεν έχουν που ν' ακουμπίσουν το κορμί τους εντεκάμιση σεντούκια δε μπορούν να γεμίσουν.
Ούτε αυτόν που απο τον πέμπτο όροφο κοιτάει το δρόμο με κάτωχρο το πρόσωπο και τις παλάμες ιδρωμένες να γράφει σημείωμα, αλλά τα εντεκάμιση σεντούκια δε τα γέμισαν.
Αλλοι πάλι κλείστηκαν στα σπίτια τους και δεν ανοίγουν ούτε στη μάνα τους
Ντρινν το κοδούνι
-Ποιός είναι;
-Εγω είμαι παιδί μου η μάνα σου.
-Τι είναι πάλι ρε μάνα;
-Ανοιξε γιε μου έφερα φαγητό να φάτε.
-Είναι κανείς δίπλα σου;
-Οχι παιδί μου ο πατ'ερας σου βρήκε μισό ευρώ και πάει στο ΚΑΠΗ να πιεί καφέ
-Για δες στο δρόμο απέναντι είναι κανείς;
-Οχι παιδί μου, άδειος είναι ο δρόμος.
Αλλα το τριστράτηγο τα εντεκάμιση σεντούκια του, μάλιστα έπιασε κουβέντα.
-Να το επαναλάβουμε έτσι παιδιά;
-Ναι να το κάνουμε διαρκείας.
-Κλλίτερα να το πούμε απιμήκυνση είναι πιο της μόδας.
Αλλά τα εντεκάμιση σεντούκια δε τα γέμισε , έτσι σκέφτεται ένα τελευταίο ντου ως τελική λύση...


΄