Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Γράμμα του Σπίθα στον Γιώργο Θαλάσση (Γιώργο τα 'κανες θάλασσα)

Παλιέ μου φίλε Γιώργο Θαλάσση, ξέρω που είσαι αλλά σ' εχω χάσει κι ήσουν καλός ήσουν χρυσος κι είχες τις χάρες όλες. Σήμερα όμως που η Ρωμιοσύνη πάει να σκύψει δεμένη με το λουρί του μνημονίου στο σβέρκο και τα χρέη να την τρυπάνε σα σουγιας μέχρι το κόκκαλο, εσύ κοιτάς αλλού. Εσύ που έβλεπες σα κουκουβάγια μεσ' το σκοτάδι, δεν μπορείς να δεις τώρα στο φώς της μέρας. Δεν είδες για παράδειγμα τα υποβρύχια που κάποτε τα 'παιζες σα παιχνίδια, τα χρυσοπληρώνουμε κι ας λολυμπάνε σα καρπούζια. Αντι να ζητήσεις τα χρωστούμενα απο τους παράνομους βουτηχτές, πληρώνουμε απο το στέρημα μας κι ακόμα παραπάνω, αφού ξέρεις ποιός βουτούσε στο μέλι. Εμένα για παράδειγμα μου 'κοψες το αρνί, το αρνάκι μου τη βασική τροφή του Σπίθα σου, τι σου ζητούσα ένα αρνάκι τη μέρα. Οχι σαν τον άλλο χοντρομπαλά Γαλάτη που θέλει τρία αγριογούρουνα στην καθισιά. Μου το 'κοψες κι έπεσα στο κοτόπουλο, τι να σου κάνει ένα κοτόπουλο, μια χαψιά πράμμα είναι.Και τώρα ετοιμάζεσαι να μου το κόψεις κι αυτό, να πέσω στο καλαμπόκι δηλαδή. Αρε Γιώργο και την Κατερίνα ούτε αυτή τη σκέφτηκες, ένα μεροκάματο έβγαζε η κοπέλα και την απέλυσες. Τώρα τα παιδιά της ετοιμάζονται να πάρουν των οματιών τους στην κακούργα ξενητειά. Και αυτή που καλά κρατιέται τι θα κάνει για να ζήσει, για να βγεί στην πιάτσα; Είπα να την πάρω κοντά μου αλλά τι θα την ταίζω καλαμπόκι και μη μου πεις οτι δε φταις εσύ, οι δικοί σου τα' καναν όπως τα 'καναν. Και την συνταξη μου κι αυτοί μου την ψαλίδησες, θα μου πείς έχασα τέσσερα χρόνια εκείνα τα χρόνια, τι ένσημα να κολούσα του μπουκαδόρου, βάλε κάτι χρόνια αναγκαστική παραθέρηση και κάποια με μαύρη εργασία, δεν έμειναν και πολλά, έρχεσαι κι εσύ κι αφερείς το ζουμί. Εσύ όμως και κάποιοι άλλοι σαν κι εσένα  με κάτι λίγα χρονάκια να κάτι συνταξάρες και να να τρώνε αρνάκια και κόντρα σουβλάκια και να χοντρένουν. Και δε σε καταλαβαίνω ρε συ Γιώργο πρώτα βροντοφωνάζεις ένα όχι σ' όλα κι υστερα υποκλίνεσαι σαν ανατολίτης. Γιατί δε βλέπεις τι κάνει ο Ονούρ, πρώτα καμώνεται πως ταχα τα βρίσκει μαζί σου κι ύστερα μας ταράζει στις τραβηχτικες. Αλλά δεν είναι μόνο ο Ονούρ αλλά κι αυτοί που δε θυσίασαν τίποτα κι ούτε πρόκειται βέαια αλλά ζητάνε αβέρτα.Πάρε απο τον Σπίθα σου λένε κι έσύ δώστου και μου κόβεις. Ρε σύ μέχρι και τη γάτα μου κόντεψα να μαγειρέψω καλά που βρέθηκε εκείνος ο καλός άνθρωπος ο Θανάσης και με απέτρεψε.
Γι αυτό θα πάω με την κουλτούρα, ναι μα την πίστη μου με την κουλτούρα που μπορεί να ξέρει φαρσι τα καθαρευουσιάνικα αλλά μιλάει τη μαλιαρή και την καταλαβαίνω. Δεν είναι σαν κι εσας της πολιτικής  που όταν μιλάτε είναι σα σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Και στο δηλώνω παλιε μου φίλε Γιώργο μπορεί να κουράστικα, ν' αγανάχτισα ΄ν' απελπίστικα αλλά το παρών μου θα το δώσω. Τώρα αν μπορείς εσυ να με πείσεις, που δε μπορείς Γιώργο , πως ότι κάνεις το κάνεις για το καλό μου, έλα να με βρείς, ξέρεις που θα' μαι.    
                                                      Οπαλιός καλό σου φίλος Σπίθας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου